Ο παράξενος ταξιδιώτης
Tου Παντελη Μπουκαλα
Tι δηλαδή; Θα ποινικοποιήσουμε τώρα και το φίλαθλο πνεύμα; Θα ετοιμάσουμε αγχόνη για έναν υπουργό που για να βοηθήσει με τις φωνές και τα χειροκροτήματά του την εθνική μας ποδοσφαιρική ομάδα στη δύσκολη προσπάθειά της εναντίον της Βραζιλίας μπήκε στον κόπο να ταξιδέψει τον Ιούνιο του 2005 ώς τη μακρινή Γερμανία και να αγχωθεί επί ολόκληρο δίωρο στην κερκίδα; Αδικο θα ’ταν. Γιατί η απόφασή του ήταν απόφαση υψηλής ευθύνης. Δεν πήγε για διασκέδαση. Για να επιτελέσει το εθνικό του καθήκον πήγε. Τέτοιο μήνα, Ιούνιο επαναλαμβάνω, θα μπορούσε να σκεφτεί κι αυτός όπως τόσοι και τόσοι συνάδελφοί του και να υπουργεύει από τη χαλαρωτική Μύκονο ή από το σκαφάκι του, κόβοντας βόλτες στο Αιγαίο και το Ιόνιο, τάχα για να δει από κοντά πώς τα βγάζουν πέρα οι «απλοί άνθρωποι». Θα μπορούσε επίσης να παραμείνει στο κλιματιζόμενο γραφείο του, να συνεχίσει τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις, να δώσει το «παρών» του στις θερινές δεξιώσεις, όπου συνάζονται οι σελεμπριτάδες και κλείνονται οι ποικίλες ερωτικοοικονομικές συμμαχίες.
Κι όμως. Αυτός ρισκάρισε. Αφησε πίσω του την ασφάλεια και μπήκε στον κίνδυνο του ταξιδιού, βέρτιγκο, τζετ λαγκ και τα τοιαύτα. Αφησε πίσω του τη Μύκονο, τη Σέριφο, τη Νιο, τη Σαντορίνη και πήγε στη Λειψία, για να δει επί τη ευκαιρία με τα μάτια του πώς ετοιμάζονται εκεί οι στερεότυπες εκδόσεις των αρχαιοελληνικών κειμένων και να παραδειγματιστεί. Πιάστηκε η μέση του στο γήπεδο, κι από πάνω μαύρισε η καρδιά του, όταν η ομάδα μας άρχισε να τρώει και ένα και δύο και τρία γκολ – να ο Ροναλντίνιο, να ο Ρομπίνιο, να ο Ζουνίνιο, πλήγωσαν αναιδώς το γόητρο της φρέσκιας πρωταθλήτριας Ευρώπης, που υπνωτισμένη από την αιφνίδια δόξα της, δεν βρήκε τρόπο να αντισταθεί στα βραζιλιάνικα κόλπα.
Χολή γεύτηκε ο άνθρωπος, γιατί κι ένας υπουργός άνθρωπος είναι, χολή θέλουμε τώρα να τον ποτίσουμε κι εμείς. Αμαρτία από τον Θεό είναι όμως, αμαρτία κι από τη στρογγυλή θεά. Γιατί ακόμα κι αν πήγε πράγματι με έξοδα της ελληνικής Ζίμενς, όπως κατέθεσε η γραμματέας του κ. Χριστοφοράκου στον εισαγγελέα (που δεν ζήτησε να μάθει το όνομα του ταξιδιώτη, ίσως επειδή, όπως λένε και στην τηλεόραση, δεν πρέπει ποτέ να μιλάμε για απόντες), το έκανε για να μη χρεώσει το Δημόσιο. Κι αν πήγε με νοικιασμένο τζετ, δεν το έκανε για να χαρεί την άνεσή του, αλλά για να μη χάσει χρόνο. Και ξέρουμε βέβαια ότι ο χρόνος είναι χρήμα, ιδίως ο χρόνος όσων έχουν εξουσία στα χέρια τους και δεν πρέπει να λείπουν για πολύ από το πόστο τους, γιατί ποιος ξέρει σε τι μπελάδες θα πέσει η Ελλάδα αν απουσιάζει η εξοχότητά τους.
