Οι υποχρεωτικοί «χορηγοί»
Του Παντελη Μπουκαλα
Η μαγική λέξη, κοινή στις γραπτές και προφορικές εξηγήσεις του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και στην ανακοίνωση του κ. Θεόδωρου Τσουκάτου, είναι η «διευκόλυνση». Τον βουλευτή της Ν.Δ. τον «διευκόλυνε» (πράγμα απολύτως συνηθισμένο) η Ζήμενς, προσφέροντάς του την ευχέρεια να αποπληρώσει το χρέος του σε βάθος χρόνου, που μπορεί και να ισοδυναμούσε με την αιωνιότητα, αν ο «διευκολύνων φίλος» κ. Μ. Χριστοφοράκος δεν έχανε το πόστο του. Τον πάλαι ποτέ στρατηγό του ΠΑΣΟΚ «ανέλαβε να τον διευκολύνει γνωστό του πρόσωπο, χωρίς προσωπικό του όφελος», που «διεκπεραίωσε τη σχετική διαδικασία»· δηλαδή, πράγμα απολύτως συνηθισμένο, δέχτηκε να μπουν στον τραπεζικό του λογαριασμό ένα εκατομμύριο μάρκα, τα οποία με απολύτως συνηθισμένη γενναιοδωρία πρόσφερε η Ζήμενς στο ΠΑΣΟΚ, και πάλι με τη μεσολάβηση του υποχρεωτικού κ. Χριστοφοράκου.
Τίποτε καλύτερο από τους φίλους, το μαθαίναμε και στο σχολείο, στην προ κυνισμού εποχή, γιατί τώρα εκείνο το «πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις» ενδέχεται να έχει εκσυγχρονιστεί στη μορφή «πιστόν φίλον εν επιταγαίς γιγνώσκεις». Οπως και να ‘χει, στην περίπτωση των δύο προαναφερθέντων πολιτικών εκείνο που τρομάζει δεν είναι η φυσικότητα με την οποία η Ζήμενς δωρίζει, χαρίζει, διευκολύνει (αυτή είναι η «δουλειά» της, ώστε να πάνε καλά οι δουλειές της), αλλά η φυσικότητα (αν όχι ο ενθουσιασμός) με την οποία οι διευκολυνόμενοι αποδέχονται το πολιτικώς και ηθικώς αφύσικο· αποδέχονται δηλαδή οικοσκευές σε τιμή ευκαιρίας και με απίστευτους όρους αποπληρωμής ή «χορηγίες», στρογγυλεμένες σε εκατομύρια (μάρκα, δολάρια ή ευρώ).
Προφανώς οι πολιτικοί μας εμπιστεύονται την αγαθότητα των ανθρώπων και την καλοσύνη τους και δεν τους κινεί την υποψία η τόση γαλαντομία. Επίσης προφανές είναι ότι, λόγω και της πνευματικής καταπόνησης που προκαλεί η ενασχόληση με το καλό του λαού και του τόπου, κανείς εκ των διευκολυνθέντων δεν προχώρησε σε λεπτές γλωσσολογικές αναζητήσεις, δεν σκέφτηκε δηλαδή ότι ένας «υποχρεωτικός» φίλος είναι δίκοπος, όπως λένε και τα λεξικά, είναι περιποιητικός βέβαια και εξυπηρετικός αλλά και δεσμευτικός: δίνει για να πάρει – και όχι φυσικά οικοσκευές. Κάποια στιγμή ο υποχρεωμένος πολιτικός (ή το υποχρεωμένο κόμμα) πρέπει να αντιγυρίσει το «δώρο», τη «διευκόλυνση». Και, όντας όμηρος, θα το πράξει, ειδάλλως ο ευγενής χορηγός θα τον κάψει, με τους πολλούς τρόπους που διαθέτει. Θα συνεχίσει βέβαια ο καλός πολιτικός μας να μιλάει στομφωδώς για το υψηλό χρέος προς την πατρίδα, ενόσω θα αγχώνεται για να καλύψει τις υποχρεώσεις του προς τους αφανείς υποστηρικτές του, αλλά γι’ αυτό είναι η γλώσσα: για να διασπαθίζεται. Οπως και τα χρήματα, άλλωστε.
