«Δεν ξέρω αν παίρνουν τα χρήματα στον Φερεντίνο», δήλωσε ο ποιητής Κακαουνάκης, συνοδευόμενος από ακραία καιρικά φαινόμενα εν είδη οπτικών εφέ, σύμφωνα με το εύγλωττο super. Ως γνωστόν ανά την επικράτεια, ο κύριος Φερεντίνος παρουσιάζει το τηλεπαιχνίδι “Deal”, που βγαίνει κάθε απόγευμα καθημερινής, και την αναβαθμισμένη μορφή αυτού, το “Super Deal”, τα Σαββατοκύριακα.
Στο περιοδικό Μίκυ – Μάους, βλέπε διάφορα τεύχη, ο αγαθός και ατζαμής ψηλέας Γκούφη, άμα τη κατανάλωση φιστικίου αράπικου που φυλάγει εντός του επί της κεφαλής του πίλου, μεταμορφώνεται σε Σούπερ – Γκούφη, χάνοντας πάραυτα τις παραπάνω ιδιότητες και αποκτώντας την ίδια στιγμή χάρη, δυνάμεις και ευφυΐα υπερήρωα.
Αυτό που μεταμορφώνει το Deal σε Super Deal είναι τα ακόμα περισσότερα εύκολα λεφτά. Μοιάζει περίπου σαν μία άτυπη συμφωνία παίκτη, τηλεοπτικού κοινού και καναλιού. Το κανάλι δίνει πολλά χρήματα στον παίκτη, αυτός (και το σόι του) θα επιδείξει αντιδράσεις επιπέδου Νίκου Ξανθόπουλου ή Μάρθας Βούρτση, οι τηλεθεατές θα παρακολουθήσουν μαζικά, ταυτισμένοι τρόπον τινά, καθώς και αυτοί ονειρεύονται ένα εύκολο κέρδος, αναφωνώντας αριθμούς χρυσοτόκων κουτιών. Σαν να εξαγοράζεται η τηλεθέαση.
Αυτό που κάνει εξαιρετικά δημοφιλές το εν λόγω τηλεπαιχνίδι, και στις δύο μορφές του, είναι ότι δε χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα έξυπνος ή να διαθέτει γνώσεις, είτε αυτές προέρχονται από τις εμπειρίες του είτε από φιλομάθειά του. Το υπόβαθρο των παικτών δεν παίζει κανένα ρόλο, σε αντίθεση με τα τηλεπαιχνίδια γνώσεων. Εκεί παίζει κανείς με το μυαλό του και απαιτείται προσπάθεια, στο Deal συμμετέχει κανείς με τα συναισθήματά του. Ένα σκοτσέζικο ντους συναισθημάτων λαμβάνει χώρα, καθώς αυτά εναλλάσσονται ανά λεπτό και μεγεθύνονται σύμφωνα με τις επιταγές του dj και του animateur, τις προτροπές του κοινού που συμμετέχει από καρδιάς και συγχρόνως σπάει πλάκα και τα κοντινά πλάνα σε πονεμένες γκριμάτσες και τρεμάμενα από τη νευρικότητα χέρια. Διαβάζω σχετικά, στο TV guide του Βήματος της Κυριακής, λόγια του κυρίου Π. Μάνεση (υπεύθυνου παικτών): «Ο ιδανικός παίκτης είναι αυτός που έχει διάθεση να παίξει αλλά χρειάζεται και τα χρήματα. Να τα πάρει και να χαρεί. Να τα χάσει και να κλάψει». Σαφώς λοιπόν πρόκειται για ριάλιτυ. Ποια η διαφορά του από παρόμοια τηλεοπτικά υποπροϊόντα;
Για να κερδίσει κανείς στο Deal αρκεί η κωλοφαρδία. Ή το κληρονομικό χάρισμα, ειδικά όταν ο τραπεζίτης προτείνει «ανταλλαγή». Είναι άλλωστε ένα στοιχείο που χρησιμοποιείται για να διαφημιστεί το συγκεκριμένο πρόγραμμα – «μόνο τύχη!» Το τηλεοπτικό κουμάρι είναι πραγματικά στιγμιαίο, τόσο γρήγορο που τα κουτιά καθυστερούν να ανοίξουν για λόγους τηλεοπτικού χρόνου αλλά και για να δημιουργηθεί το κατάλληλο σασπένς.
Όσο για τις αμφιβολίες του ποιητή Κακαουνάκη, που αναπαράγονται στην αρχή του παρόντος; Προφανώς κανείς, εκτός από την παραγωγή και τους παίκτες, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει. Συνολικά, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται επίσης στο TV guide της 19/11, το τηλεπαιχνίδι έχει μοιράσει περισσότερα από 3 εκατομμύρια ευρώ.
ΥΓ. Ίσως λοιπόν να μπορούσαμε με αυτόν τον τρόπο να βαδίσουμε σε μια νέα σεισάχθεια… Θα μπορούσαν τα τηλεπαιχνίδια να αποτελέσουν έναν νέο, εναλλακτικό τρόπο δημοσιονομικής πολιτικής και αναδιανομής του πλούτου; Θα ήταν εφικτή μία κρατικοποίηση των τηλεπαιχνιδιών; Θα μπορούσε η κρατική Ε.Ρ.Τ. να χωρέσει στο πρόγραμμά της ένα τηλεπαιχνίδι αποκλειστικά για συνταξιούχους, το οποίο πέρα από τα όποια χρηματικά οφέλη θα προσφέρει τόνους πετρελαίου και κουπόνια για το σούπερ μάρκετ και τις λαϊκές αγορές;